ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ Β΄

ΣΤΟΑ ΒΙΒΛΙΟΥ

Αθήνα 12-05-04

 

Αγαπητοί φίλοι,

Καλησπέρα σας!
Χαίρομαι, που μου δίνεται ξανά η ευκαιρία, ν’ αναφερθώ στο νέο βιβλίο του Χάρη Λύτα, «Λάθε Βιώσας», που σημαίνει «πέρνα τη ζωή σου χωρίς τυμπανοκρουσίες και θορυβώδη εμφάνιση». Είναι ένα βιβλίο, που αναφέρεται στη διδασκαλία του Επίκουρου για το «ευ ζην». Για το να ζεις ηδονικά, χωρίς πόνους και ταραχές.
Το ενδιαφέρον του Χάρη Λύτα για το «ευ ζην», ξεκίνησε έμπρακτα από τη χρονική στιγμή, που άρχισε ν’ αντιλαμβάνεται, ότι οι επιλογές του για μια καλύτερη ζωή, αντί να τον οδηγήσουν στην ελευθερία και την αρμονία, τον οδήγησαν στην υποδούλωση και την δυσαρμονία, στον πόνο και στη ταραχή. Ο τίτλος του πρώτου του βιβλίου: «Χωρίς ανάγκες σώμα», δείχνει ήδη αυτή την αναζήτηση εκείνης της κατάστασης, που δεν έχει τις εντάσεις, τα πάθη, τις ανάγκες και τους πόνους που σχετίζονται με την ικανοποίηση ή με την μη ικανοποίηση-την ματαίωση κάποιων επιθυμιών. Επιθυμιών, που γεννιούνται απ’ όσα θεωρούμε Ανάγκες μας. Ένα «σώμα χωρίς ανάγκες» δεν έχει επιθυμίες και δεν είναι υποταγμένο στην ικανοποίησή τους. Είναι ελεύθερο και ατάραχο.
Στο πρώτο του βιβλίο, αναφέρεται ακροθιγώς η διδασκαλία του Επίκουρου, μέσα από τη ζωή του δασκάλου, που βοήθησε τον «Πάρη» να «συμβιώσει με τη φύση, να γνωρίσει και ν’ ασπαστεί την αξία της λιτότητας και να κατανοήσει τη ματαιότητα της άχρηστης ανάγκης». Δεν είναι τυχαίο, που αντί για πρόλογο στο «Λάθε Βιώσας», ξεκινάει μ’ αυτές τις εικόνες: της απαλλαγής από το περιττό:
«Γλίτωσα από τις βυζαντινές έγνοιες, τις ομορφιές και τα χρώματα. Ολοένα, μου φαίνεται, γλιτώνω από τα περιττά βάρη, ξαναγυρίζω στα απλά στοιχεία: στο χώμα και τη θάλασσα, στη μοναξιά και τον αγέρα. Θυμάστε το Διόνυσο, που κίνησε απ’ τις Ινδίες με πλούσια μεταξωτά πέπλα, με βραχιόλια κι αλυσίδες. Κι όσο ζύγωνε στην Ελλάδα, ντρέπουνταν για τον περιττό φανταχτερό φόρτο και τον πετούσε. Ωσότου, φτάνοντας πια στον κόλπο της Ελευσίνας, βγήκε κολυμπώντας στο ελληνικό ακρογιάλι γυμνός. Να ένα μεγάλο μάθημα». (Από συνέντευξη του Νίκου Καζαντζάκη, μέσα δεκαετίας ’30).


Μα-θα μου πείτε- τι σχέση έχει το «ευ ζην» με την γύμνια και την λιτότητα και την απλότητα; «Ευ ζην», είναι το να απολαμβάνεις και να καταναλώνεις ή και να κατέχεις, όσο μπορείς περισσότερα αγαθά, που υπάρχουν ή φτιάχνονται για να μας ευχαριστούν. Κι εδώ, η σύγχρονη εποχή, διαψεύδει αυτή την κατασκευασμένη αντίληψη, που σαν λαίλαπας διαστρέφει τις ψυχές των νέων και σαρώνει τον πλανήτη με οικολογική καταστροφή. Το όνειρο των μεταπολεμικών γενιών για μια ανάπτυξη χωρίς όρια και για μια ατέλειωτη κατανάλωση διαρκώς καινούριων αγαθών, αποδείχτηκε εφιάλτης. Τρομακτική οικονομική ανισότητα, οικολογική καταστροφή(μόλυνση, εξάντληση πόρων, φαινόμενο θερμοκηπίου, καταστροφή της βιοποικιλότητας κ.α.), πόλεμοι για το μοίρασμα των φυσικών πηγών και τα κέρδη των πολυεθνικών, τσάκισμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συγκεντροποίηση της εξουσίας…Κι όλα κάτω από το σύνθημα «Για μια καλύτερη ζωή». Για το «ευ ζην». Οδηγημένοι λοιπόν, από τις κοινωνικοϊστορικές συνθήκες του καιρού μας, να ξαναβρούμε το νόημα του ευ ζην, συναντάμε τον Επίκουρο.
Η Φιλοσοφία του, θα λέγαμε ότι έχει χαρακτήρα ηθικό και κοινωνικό περισσότερο, παρά γνωσιολογικό ή φυσιογνωστικό. Κάθε φιλοσοφία εκφράζει και εκφράζεται σε συγκεκριμένες κοινωνικοϊστορικές συνθήκες. Η εποχή του Επίκουρου, είναι η εποχή που η Δημοκρατία διαλύεται. Ολιγαρχικά πολιτεύματα παντού, κατάλυση κάθε όσιου και ιερού στις αλληλοσφαγές των Μακεδόνων διαδόχων και ερχομός της Ασιατικής Δεισιδαιμονίας. Όλες οι ιδέες του Δίκαιου, του Ωραίου και τ’ Αληθινού, που ενέπνευσαν τα Ηρωικά κατορθώματα και την υπεράσπιση των «ιερών και πατρίων» (Βωμών και Εστιών), είχαν αρχίσει να φεύγουν και οι Θεοί σώπαιναν. Η πόλις, με τους ρήτορες, την παιδεία των Μαθηματικών, της Γεωμετρίας και της Μουσικής, με τους ποιητές και το θέατρο και με τη συμμετοχή των πολιτών στα της πόλης, κατέρρεε σαν οικοδόμημα ελευθερίας και μεταλλασσόταν σταδιακά σε μια ματωβαμένη αρρένα διεκδίκησης της εξουσίας, μπροστά σ’ ένα αμέτοχο και φοβισμένο πλήθος. Ο πολίτης, είχε αντικατασταθεί από τον υπήκοο.
Σ’ αυτή την εποχή δημιουργήθηκε και άνθισε η Επικούρεια φιλοσοφία. Και ήταν μια προσπάθεια επιστροφής στις ρίζες: Τι πρέπει να κάνει ή πως πρέπει να ζει κάθε πολίτης για να είναι πραγματικά καλά; Να παρακαλάει του θεούς και να περιμένει απ’ αυτούς; Να συσσωρεύει γνώσεις για τη γνώση; Να κυνηγάει αξιώματα; Ποιες ανάγκες του τελικά μπορεί ο άνθρωπος(πολίτης) να ικανοποιήσει, ώστε η ευτυχία του να πραγματώνεται απλά και διαρκώς κι όχι περίπλοκα και στιγμιαία; Τι του υπαγορεύουν να κάνει οι ρίζες: η φυσική του υπόσταση κι όχι η όποια κατεστημένη έξωθεν παιδεία ή αντίληψη ή γνώμη;
Μα φυσικά, αυτό που κάνουν τα παιδιά: Ν’ αναζητήσει την Ηδονή!
Και πριν τον Επίκουρο είχαν μιλήσει για ηδονή. Ο Πίνδαρος: «τερπνόν εφήμερον διώκων» (ν’ αναζητάς την ευχαρίστηση στην ημέρα σου) κι ο Πλάτωνας: «άλυπως ζην και ηδέως» (να ζεις χωρίς λύπη και ηδονικά) κι ο Δημόκριτος, που το σύγγραμμα ηθικής του είχε τον τίτλο: «Περί ευθυμίης» (Για την ευθυμία) και που την προσδιόριζε σαν ευδαιμονία, αρμονία, ψυχαγωγία, αφοβία, αταραξία.
Ο Επίκουρος όμως, κάνει την αναζήτηση της Ηδονής κεντρικό πυρήνα της φιλοσοφίας του.
Και θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι η Επικουρική Ηδονή, δεν έχει καμία σχέση με την εκφυλισμένη ηδονή, που του προσήψαν οι επικριτές του και ιδιαίτερα η Χριστιανική εκκλησία. Όπως λέει ο ίδιος στην επιστολή προς Μενοικέα: «Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι ο σκοπός της ζωής είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και τις αισθησιακές απολαύσεις, όπως από άγνοια ορισμένοι νομίζουν, και επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παρερμηνεύουν αυτά που λέμε, αλλά εννοούμε το να μην υπάρχει πόνος στο σώμα και ταραχή στην ψυχή. «Ηδονή είναι παντός αλγούντος υπεξαίρεσιν»(η απομάκρυνση του κάθε ενός στοιχείου που μας πονάει). Και φυσικά,(συνεχίζει) «καμία ηδονή η ίδια, δεν είναι κάτι το κακό, αλλά υπάρχουν ηδονές που για την ικανοποίησή τους, οι ενοχλήσεις και ταραχές είναι πολλαπλάσιες» (Κύριες Δόξες 8) Γι’ αυτό, δεν επιδιώκουμε κάθε ηδονή αλλά μόνο αυτή που είναι για καλό: «Ηδονήν ου πάσαν, αλλά την επί τω καλώ αίρεισθαι χρεών».
Και εδώ είναι η διαφορά του ενήλικα πολίτη, με του παιδιού, όσον αφορά την αναζήτηση της Ηδονής. Ο ενήλικας μπορεί να έχει φρόνηση, που του επιτρέπει-όπως γράφει- «να συγκρίνει και ν’ αξιολογεί προσεκτικά, τι είναι συμφέρον και τι ασύμφορο».(Επιστολή προς Μενοικέα). Γιατί(συνεχίζει) «τη ζωή δεν την κάνουν γλυκιά τα συνεχή φαγοπότια και τα γλέντια, ούτε οι σεξουαλικές απολαύσεις,(…) αλλά ο «νήφων λογισμός»( ο νηφάλιος στοχασμός), που εξετάζει τα αίτια για τα οποία προτιμάμε ή αποφεύγουμε το κάθε τι και διώχνει τις ιδέες που μας προκαλούν ταραχή».
Βλέπουμε, ότι η εικόνα που μας έδωσε η Θεοκρατική παιδεία για τον Επίκουρο, αντιστρέφεται απ’ αυτήν ενός γέροντος που-δήθεν- έλεγε: «Φάγωμεν, πίομεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν», σ’ αυτήν ενός νηφάλιου στοχαστή, που όχι μόνο θεωρεί τη φρόνηση σαν το μεγαλύτερο αγαθό και ανώτερη της φιλοσοφίας(της φιλοσοφίας τιμιότερον), αλλά επιπλέον συνδέει την αναζήτηση της ηδονής με τη σύνεση, την ομορφιά και τη δικαιοσύνη «ουκ εστίν ηδέως ζην άνευ του φρονίμως και καλώς και δικαίως, ουδέ φρονίμως και καλώς και δικαίως άνευ του ηδέως», γιατί αυτά είναι αχώριστα. Ένας ατομιστής, που κοιτάει να περνάει ηδονικά, αδιαφορώντας για την ασχήμια και την αδικία που δημιουργεί, είναι ένας άνθρωπος ολότελα ξένος προς την Επικούρεια φιλοσοφία.
Το μοντέλο της κοινωνικής λειτουργίας στην φιλοσοφία του, το έδειξε με τον «Κήπο», την κοινότητα, όπου ελεύθεροι και δούλοι, νυμφευμένες και εταίρες, πλούσιοι και φτωχοί, γραμματισμένοι και αγράμματοι, συμβίωναν και ανέπτυσσαν τις γλυκές ανθρώπινες σχέσεις, τις σχέσεις της φιλίας. Η φιλία είναι η κοινωνική κορωνίδα στην Επικούρεια φιλοσοφία. Όπως λέει: «Η φιλία περιχορεύειν την οικουμένην κηρύττουσα δη πάσιν υμίν εγείρεσθαι επί τον μακαρισμόν»(Η φιλία χορεύει γύρω απ’ την ανθρωπότητα καλώντας μας όλους να ξεσηκωθούμε για την ευτυχία).
Θα μπορούσαν ν’ αναφερθούν συγγένειες αυτής της κοινωνικής έκφρασης του Επίκουρου, με τις συνεχείς προσπάθειες στο διάβα της ιστορίας, σ’ όλον τον πλανήτη, να ζήσουν οι άνθρωποι ατάραχα και μονιασμένα: Ησυχαστικές κοινότητες, Sandhu, Βουδιστές, Εσσαίοι, Εβιονίτες(οι πτωχοί), κουμουνάροι, χίπις, αναρχικές κολεκτίβες κ.α. Το θέμα όμως αυτό απαιτεί την ανάπτυξη άλλης εργασίας.
Θα κλείσω, υπογραμμίζοντας τη συγγένεια της ιστορικής εποχής του Επίκουρου με τη δικιά μας. Τα ιδεολογικά οράματα, θρησκευτικά και κοινωνικά, έχουν συντριβεί. Η εξουσία και η ανασφάλεια σε παγκόσμιο επίπεδο κυριαρχούν. Η οικογένεια, η πατρίδα, η εργασία, η θρησκεία, όλα φαίνονται να απειλούνται. Αυτό, ίσως να προκαλέσει αντιδραστικά μία προσπάθεια περιχαράκωσης στα παλιά πρότυπα, αλλά στην ιστορική διαδρομή του, αναγκαστικά θα οδηγήσει ξανά στην αναζήτηση αυθεντικών τρόπων ζωής, όπου το ωραίο, το δίκαιο και το συνετό, θ’ αποτελούν την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΗΔΟΝΗ.
Επίκαιρο λοιπόν όσο ποτέ το βιβλίο του Χάρη Λύτα για τον Επίκουρο, κι εύχομαι να γίνει αφορμή για ηδονικούς και φρόνιμους στοχασμούς.

Ευχαριστώ!