Εκεί που δύο και τρεις θρησκείες και άλλοι τόσοι πολιτισμοί μαζί με το ωραιότερο τοπίο και τη μαγευτικότερη νύχτα, πλουτίζουν την πιο ιδιόμορφη ψυχή του κόσμου: την Ελληνική.

 

Ιούλιος στο Λιβυκό Πέλαγος – κάπου στη νότια Κρήτη. Είχαμε κατέβει από το βορεινό τμήμα του νησιού ψάχνοντας για έναν παλιό φίλο. Τα αρχαιολογικά μουσεία είχαν εξάψει τη φαντασία μας: ευρήματα επτά χιλιάδων χρόνων, ιερογλυφικά άγνωστης ερμηνείας – γραμμική γραφή Α – ειδώλια της Μεγάλης θεάς, άλλα απ’ αυτά με διπλούς πελέκεις και με ταυρομαχίες, τα «ταυροκαθάψια»…

Το τοπίο την διέγειρε ακόμα περισσότερο: ψηλά γκρίζα βράχια βουτούσαν κάθετα στο πέλαγος. Λίγες αμμουδιές και σπηλιές σαν μικρά και μεγάλα ανοιχτά μυστηριώδη στόματα, άλλα με νερό – στη θάλασσα – κι άλλα στον αέρα, τριακόσια μέτρα ψηλά. Και στους βράχους… πεύκα μέχρι και δύο μέτρα από τα κύματα.
Το βράδυ, δίπλα στη φωτιά μερικά μέτρα από τη θάλασσα, μας κάλεσαν να συμμετάσχουμε στο βασανιστικό οδοιπορικό για τη γιορτή του προφήτη Ηλία, στην κορυφή ενός βουνού. Το άλλο απόγευμα λοιπόν πλέαμε με ένα καΐκι μαζί με άλλους είκοσι προσκυνητές και οδοιπόρους, για μισή περίπου ώρα, σε βαθιά νερά δίπλα σε γρανιτένιους όγκους, μέχρι που ακουμπήσαμε στα βράχια μιας χαράδρας που έβγαινε από το βουνό στη θάλασσα. Είμασταν όλες οι ηλικίες: από οκτώ μέχρι εξήντα πέντε, γυναίκες και άντρες, που ανεβαίναμε για δυόμισι ώρες από το δύσβατο μονοπάτι τη χαράδρα για την κορυφή. Επάνω μας περίμεναν τα ερειπωμένα τείχη ενός μικρού Ενετικού κάστρου. Λίγο πιο ψηλά στην άκρη του βουνού, πάνω από το χάος και τη θάλασσα, στεκόταν ένα μικρό άσπρο εκκλησάκι, δύο μικρά δωμάτια με ιερό: ο προφήτης Λιάς. Πιο κάτω ένα πλάτωμα που αποθέσαμε τα σακίδια, περιμένοντας τον παπά. Όταν ήρθε – μεσόκοπος με κρητικές μπότες και αστραποβόλα μάτια – ανεβήκαμε για τον εσπερινό.
Ακόμα ψάχνω τους παράγοντες που μου μετάθεσαν τη συνείδηση εκείνες τις ώρες! Να ήταν η υπεροξυγόνωση από την ατμόσφαιρα, καθαρή μέχρι δριμύτητας; Να ήταν η έξαψη από το σκαρφάλωμα ή μήπως ένα περίεργο αίσθημα οικειότητας και φιλικότητας για όλους αυτούς που ανέβηκαν τα βάραθρα μαζί μας; Να ήταν οι εσπερινοί ύμνοι του παπά και των ψαλτών – φιγούρες με μαύρα πουκάμισα και γενειάδες ή μουστάκια; Ό,τι και να ‘ταν, σίγουρα εκείνο το ανεπανάληπτο κόκκινο φως που βουτούσε στο απέραντο πέλαγος, με τράνταξε. Η φωτιά της δύσης στα μακρινά νερά της θάλασσας ήταν το πιο ουράνιο σκηνικό στις σκιερές φιγούρες των ψαλμωδών. Τα μάτια μου είχαν δακρύσει!
Μετά τον Εσπερινό και το κόψιμο του άφθονου άρτου, μαζευτήκαμε στο πλάτωμα, καθισμένοι σ’ ένα-δυο συνδεόμενους κύκλους, με περιέργεια – εμείς ειδικά – για το τι θα επακολουθούσε. Σε λίγο άρχισαν να γυρίζουν μετάλινα πιάτα με κατσικίσιους μεζέδες και μπουκάλες με ρακί και κόκκινο κρασί. Και μετά ήρθαν οι κατσαρόλες με τα βραστά κομμάτια γίδας και οι χορτόπιτες για τους… χορτοφάγους. Και ξανά κρασί και βόλτες στις γύρω άκρες δίπλα στο κενό, κάτω απ’ τα πεύκα και τ’ αστέρια και ξανά πίσω στον ανθρώπινο κύκλο, που είχε αρχίσει να πνέει μουσικά μουρμουρίσματα: «Σε ψηλό βουνόοοο…» «Άϊντε τράβατα!» «σε ριζιμιό χαράτσι κάθεται αητός βρεγμένος χιονισμένος και παρακαλεί τον Ήλιο ν’ ανατείλει. Ήλιε ανάτειλε και λιωσ’ τα χιόνια απ’ τα φτερά μου και τα κρούσταλλα από τ’ ακρόνυχά μου. Ήλιε ανάτειλε!» Και ξανά κρασί και ιεροτελεστία. Είχα προσέξει πως πολλοί συνοδοιπόροι μας μόλις ανεβήκαμε, πριν τον Εσπερινό, είχαν βγάλει τα πουκάμισα του δρόμου και είχαν φορέσει σκούρα ή μαύρα. Οι μισοί όρθιοι κι αγκαλιασμένοι από τους ώμους έλεγαν τον ένα στίχο και οι άλλοι καθισμένοι ημικυκλικά απέναντί τους, τραγουδούσαν τον άλλον.
Όταν άκουσα την πρώτη «μπαλοθιά» αισθάνθηκα ένα περίεργο αίσθημα της παρουσίας μου σ’ ένα χώρο όπου νόμος ήταν το ενεργειακό στοιχείο μιας φυσικής κοινωνικής δύναμης. Εδώ νόμος ήταν το γήινο δίκιο μιας αξιοπρέπειας, που είχε γεννηθεί από τους γρανίτες του χώρου και τη δύναμη της ζωής που ξεπέταγε πεύκο από σκέτο βράχο. Κι άλλες μπαλοθιές… στην αρχή δεν έβλεπες αυτούς που πυροβολούσαν. Σιγά-σιγά όμως, διακρίνονταν τα χέρια που πετούσαν φλόγες στο μαύρο φεγγάρι της νύχτας – ήταν Νέα Σελήνη!
Ο ουρανός ήταν άσπρος: εκατομμύρια αστέρια σε χιλιάδες σχηματισμούς και πυκνότητες ανέπνεαν ρυθμικά το χρόνο… και κατάλαβα γιατί ο «Αστέριος» Δίας είχε γεννηθεί εδώ – «Κρηταγενής» και λατρευόταν στα μεγάλα σπήλαια της Κρήτης… Οι μαντινάδες που ακούγονταν μου φάνηκαν σαν το χορό και το θόρυβο που έκαναν οι καλόγνωμοι δαίμονες, οι Κουρήτες, για να μην ακούσει το κλάμα του βρέφους Δία ο πατέρας του ο Κρόνος. Προσπάθησα να διακρίνω στον ουρανό τον αστερισμό του Αιγόκερω, την γίδα Αμάλθεια, που έθρεψε με το γάλα της το νήπιο Δία. Μου φάνηκε τον είδα νοτιοδυτικά στις άκρες του ορίζοντα…
Μετά από μια ώρα περίπου, ανάτειλε ο Ταύρος. Ώριμος πια ο Δίας, με μορφή ταύρου πέταξε στ’ ακρογιάλια της Φοινίκης και πήρε μαζί του την «Ευρώπη», την κόρη με το «μεγάλο μάτι». Και θυμήθηκα τους θαλασσοπόρους Κρήτες την εποχή του Ταύρου – πριν 4000 χρόνια – να πολεμούν με τους Ισραηλίτες στη Φοινίκη: «Ιδού εγώ εκτείνω την χείρα μου επί τους αλλόφυλους και εξολοθρεύσω Κρήτας και απολώ τους καταλοίπους τους κατοικούντας την παραλίαν. Και ποιήσω αυτοίς εκδικήσεις μεγάλας και επιγνώσονται διότι εγώ Κύριος εν τω δούναι την εκδίκησιν μου επ’ αυτούς» (Ιεζεκιήλ ΚΕ’16-7) «Ουαί οι κατοικούντες το σχοίνισμα της θαλάσσης, πάροικοι Κρητών. λόγος Κυρίου εφ’ υμάς, Χαναάν γη αλλοφύλων και απολώ υμάς εκ κατοικίας και εστέ Κρήτη νομή ποιμνίων και μάνδρα προβάτων» (Σοφονίας Β’4-6).
Και από τη «Φιλισταία»-«Παλαιστίνια» Ευρώπη και το Δία γεννήθηκε ο Νόμος-Μίνως που οργάνωσε την κοινωνία του Ταύρου στην Κρήτη. Όσο ο Μίνως στάθηκε συνετός, ο νόμος και η δικαιοσύνη βασίλευαν στην Κρήτη. Με τη γυναίκα του, την κόρη του Ήλιου «Πασι-φάη», που «φώτιζε τους πάντες», είχε φέρει στον κόσμο την «Αρίστη-Αγνή» την «Αριάδ(γ)νη». Όταν όμως επικαλέστηκε τον Ποσειδώνα να του στείλει σημάδι αναγνώρισής του σαν βασιλιά – Ιμπεριαλιστικές θαλασσοκρατορικές βλέψεις – και ο Ποσειδών του έστειλε έναν ταύρο που έπρεπε ο Μίνως να θυσιάσει στο θεό της θάλασσας, το ρολόι του Μινωικού πολιτισμού άρχιζε να πισωγυρίζει.
Ο Μίνως δε θυσίασε αυτόν τον ταύρο στον Ποσειδώνα, τον κράτησε και θυσίασε άλλον, τρίτης κατηγορίας. Έτσι παρέδωσε άθελά του τη βασίλισσα Πασιφάη στην εκδικητική επίδραση του θεού, που την έκανε να επιθυμήσει τον ταύρο και καθοδηγούμενη από τον Δαίδαλο να συνουσιαστεί μαζί του. Είχαμε μπει στην παρακμή της περιόδου του αστερισμού του Ταύρου. Ένα τέρας γεννήθηκε από την ένωση, ο Μινώταυρος, που ήταν γραμμένο να φονευθεί από τους βόρειους εκπροσώπους του Κριού. Ο γιος του «Αιγαία», ο Θησέας, σκοτώνει τον Μινώταυρο και με τη βοήθεια της Αριάδνης βγαίνει από το Λαβύρινθο.
Μπροστά μου, στο νοτιοανατολικό άκρο έτρεχε ο Κριός – Aries – ενώ σκεφτόμουν ότι η Αριά-δνη γέννησε από τον Θησέα τον «Στάφυλο» και τον «Οινοπίωνα» και μετά την πήρε ο Διόνυσος… Το κρασί που είχα πιει, άρχισε να με μεταφέρει στα πεδία του ύπνου, ενώ η μαντινάδα έλεγε «Με κλείσανε στη φυλακή, μαντάλωσαν την πόρτα, κι η αιτία ήταν γι’ αυτό, ένα ματσάκι χόρτα».
Σε μια ώρα ξύπνησα με πονοκέφαλο ενώ ακούγονταν ψαλμωδίες. Το ρόλόι έδειχνε 4:30. Φως από κεριά στο εκκλησάκι σήμαινε ότι άρχιζε ο Όρθρος. Ήξερα ότι η λύση για τον πονοκέφαλο θα ήταν να μην κοιμηθώ. Ανηφορίζοντας για τους ψαλμούς είδα πάλι το κρι-κρι ψηλά στον ουρανό, δίπλα στην Πούλια και την Ανδρομέδα. Στο ημίφωτο δωματιάκι, οι σκιές των κεριών έπαιζαν με το χρυσοκόκκινο στα πρόσωπα του παπά και των τριών ανδρών που ήσαν μέσα: «Ότι παρά Σοι πηγή ζωής – Εν τω φωτί Σου οψόμεθα φως». Ψαλμοί – Μαντινάδες – Ψαλμοί: Το κλείσιμο και το άνοιγμα μιας ημέρας.
Μεταλάβαμε. Υπήρχε μια γλυκειά πνοή σιγής, που με το πρωινό αεράκι που έμπαινε και το φως του χαράματος που αχνόφεγγε, εξαφάνιζε κάθε ένταση αϋπνίας και μεθυσιού. Είχαν όλοι ξυπνήσει όταν μοιράστηκε ο άρτος και αρχίσαμε το κατέβασμα.
Λίγο πιο κάτω, ο φίλος μου με σταμάτησε: «Εδώ θα σ’ ενδιαφέρει» μου είπε και μου έδειξε κάτι τρύπες στους βράχους. Όταν πλησίασα με διαπέρασαν ρίγη: ήμουν μπροστά σε αρχαίους τάφους, προφανώς πρωτομινωϊκής εποχής. Δύο τέλεια λαξευμένα μακρόστενα ορθογώνια ανοίγματα στο σκληρό βράχο, άδεια και περίεργα, αντίκριζαν το Λιβυκό. «Μην περιμένεις να βρεις τίποτε» άκουσα, καθώς κοίταζα μέσα, «έχουν συλληθεί αιώνες τώρα». Δεν ήθελα να φύγω, κοίταζα ξανά και ξανά, σα να είχα ανακαλύψει κάτι που δεν θα το αποχωριζόμουν ποτέ… Άρχισα να κατεβαίνω πάλι τη χαράδρα – το καΐκι περίμενε.
Ξεκινήσαμε. Ο ήλιος φώτιζε ήδη ένα άσπρο σημάδι στην κορυφή του βουνού πάνω απ’ τη θάλασσα, που γινόταν όλο και πιο μακρινό, δίπλα στο κάστρο και τους μυστικούς τάφους και στη σκέψη μου, που θα ‘μενε εκεί για πολύ:
Στο νότο και στο νόστο της αιώνιας Ελλάδας.