«ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΕΣΤΙ ΩΡΑΙΟΝ»

Σενάριο: Γ.Ο.
Στίχοι: Μ.Π. – Γ.Ο.
Σκηνοθεσία: Συλλογική
Ομάδες Αυτοβοήθειας Ε.Σ.Ε.Α.Ν. – Ομοσπονδία Οικολόγων-Εναλλακτικών

Το θεατρικό αυτό σκετς, βασισμένο στην αρχαιοελληνική παράδοση, έρχεται να συμπληρώσει τη φράση: «η πολιτική είναι θέατρο» με την πράξη του «θεάτρου σαν πολιτική παιδεία».


Το έργο διαδραματίζεται γύρω από τις προσπάθειες των αρχαίων Αθηναίων να σώσουν τη πόλη τους που – στη σύγχρονη εποχή μας – έχει μεταβληθεί σε ένα γιγάντιο τέρας, ασφυκτικά συγκεντρωμένο, πνιγμένο στο νέφος και αδιέξοδο. Η καταστροφή του αέρα, της γης, του νερού και του φωτός περιγράφονται το ίδιο καθαρά όπως και η απουσία της ανθρώπινης επικοινωνίας, η ανισότητα της δικαιοσύνης, η δημόσια υποκρισία και η πλαστή ψυχαγωγία, σε έναν κόσμο διαβολής και κατανάλωσης.

Η ηρωίνη, το κυνήγι, η εγκληματικότητα, η παραβίαση των δικαιωμάτων, είναι – σύμφωνα με το έργο – αποτέλεσμα της ίδιας διαταραχής που εκδηλώνεται και στο φυσικό περιβάλλον με την μόλυνση, την ξηρασία και την εξαφάνιση των ζώων. Είναι αποτέλεσμα της επέμβασης στη φυσική και κοινωνική ζωή μας, ενός Προκρούστειου πνεύματος, μιας «τυφλής και συγκεντρωτικής ανάπτυξης, στο άρμα του Γιγαντισμού δεμένης», που παραβιάζει τους οικολογικούς νόμους της ισορροπίας των μεγεθών και της ελεύθερης ροής των όντων: «το μικρό είναι όμορφο» και «το κάθε τι κάπου να πηγαίνει».
Και στο έργο, τα παιδιά είναι αυτά που προκαλούν την ενεργοποίηση των πολιτών για έναν κόσμο ομορφιάς και τρυφερότητας, που δεν έχει εξορίσει το Όνειρο και που μπορεί να φτιαχτεί με «την Τόλμη, την Τέχνη και την Τιμή».

 

Παίζουν οι Ομάδες Αυτοβοήθειας της Ε.Σ.Ε.Α.Ν. και μέλη από την Οικολογική Κίνηση Εκπαιδευτικών (Α.Κ.) και την Οικολογική Εναλλακτική Κίνηση Πειραιά (Μ.Σ.)

Τόπος πρώτης παράστασης: Πνύκα Ακρόπολης Αθήνα, 6-4-90

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΕΣΤΙ ΩΡΑΙΟΝ»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Φόντο η Ακρόπολη ή άλλα αρχαία κτίσματα. Στη μέση της σκηνής ο Πάνας, με πορτοκαλί χιτώνα, πρόσωπο Πάνα(μάσκα), με τραγοπόδαρα, κρατώντας έναν αυλό. Κινείται στο ρυθμό της μουσικής, αυλού που ακούγεται.
Σε μια άκρη της σκηνής στέκονται τρεις γυναίκες με ροζ χιτώνες και τρεις άντρες, ο ένας με λευκό χιτώνα κι ένα δάφνινο στεφάνι στο χέρι, ο άλλος ντυμένος με σάκο κι ένα φανάρι στο χέρι κι ο τρίτος με ένα κοντό γαλάζιο χιτώνα κι ένα μικρό ξίφος στη ζώνη.
Σταματώντας η μουσική του αυλού, ο Πάνας κοιτώντας τους θεατές λέει:

ΠΑΝΑΣ:
Πολίτισσες και Πολίτες Αθηναίοι, Καλημέρα σας!
Είμαι ο πιο αρχαίος από τους δημότες της πόλης σας.
Πριν ακόμη φτιαχτεί!…
Είμαι ο Πάνας! Το πνεύμα της Φύσης!
Που με τη μουσική μου, Αρμονία είναι να δίνω στη πλάση!
Το ενδιαφέρον κι η σκέψη μου, τρέχει σ’ όλους τους τόπους.
Μα, η δράση μου εντοπίζεται κάθε φορά σε Έναν μονάχα!
Και τώρα, η μπόχα της Αθήνας με έκανε να έρθω να σας δω.
Και να και τα παιδιά της πόλης,
οι Κόρες και οι Γιοι του Βράχου,
που μαζεμένοι βρίσκονται,
βοήθεια να ζητήσουν!

(Ο άντρας με τον λευκό χιτώνα και το δάφνινο στεφάνι κάνει ένα βήμα μπρος).

ΠΑΝΑΣ:
Ποιος να ‘ναι αυτός που πρώτος βήμα κάνει;
Ο Νομοθέτης Σόλωνας με δάφνινο στεφάνι.

ΣΟΛΩΝ:
Εγώ, την Αμνηστεία θέσπισα
για αδικήματα πολιτικά
και τον Νόμο αδιακρίτως
σε πλούσιους και σε φτωχούς εφάρμοσα.
Μα η Ειρήνη, η Ευνομία και η Δίκη,
(Δικαιοσύνη πάει να πει), οι Ώρες
που της Φύσης απλόχερα μοιράζανε τα δώρα,
βλέπω σε αχρηστία να έχουν πέσει τώρα.
Και μένει ο Νόμος σαν ιστός αράχνης,
που τις μικρές τις μύγες συλλαμβάνει,
κι αφήνει να ξεφύγουν οι κανθάροι.
Ω Δία! Του Όλυμπου μεγάλε νομοθέτη!
Έλα και της Δικαιοσύνης άνοιξε τα μάτια!

(Τότε βγαίνει από τη θέση των «γιων του Βράχου» ο άντρας με τον σάκο και το φανάρι κι αρχίζει να ψάχνει).

ΠΑΝΑΣ:
Τον Δία, άδικα μην ψάχνεις Διογένη.
Τα μάτια της Δικαιοσύνης
της τα πέταξε έξω,
γι’ αυτό και τώρα κρύβεται.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ:
Ανθρώπους ψάχνω με φανάρι
κι ας είναι μέρα-μεσημέρι.
κι αν οι αρχαίοι Αθηναίοι τους Άτλαντες νικήσανε,
οι σύγχρονοι, Ατλαντικούς πολιτισμούς μιμούνται,
μπροστά σε VIDEO αποκοιμούνται.
Μεταλλικός και πλαστικός ο κόσμος που γλεντάνε,
το πήλινο πιθάρι μου καχύποπτα κοιτάνε.
Ανθρώπους ψάχνω με φανάρι
κι ας είναι μέρα-μεσημέρι!

ΠΑΝΑΣ:
Σα να ‘χεις δίκιο Διογένη…
Αράχνη Υπερκατανάλωσης
υφαίνει τον ιστό της.
Ασφυκτική συσσώρευση
κυριαρχεί στους δρόμους,
διαφθορά και μόλυνση
στων Δημοσίων Υπηρεσιών
τους διαδρόμους.
Κι αυτά που την ημέρα κρύβονται
σε παραπέτασμα από καπνούς,
τη νύχτα, η θεά Σελήνη αποκαλύπτει…

(Εμφανίζεται μια γυναίκα με βαθύ μπλε χιτώνα και μάσκα με ασημένιο μισοφέγγαρο και άστρα. Την κρατούν βίαια από τα χέρια δύο άντρες γιγαντόσωμοι, ο ένας με μαύρο χιτώνα και μάσκα BATMAN κι ο άλλος με γκρίζο χιτώνα και τερατόμορφο, κτηνώδες προσωπείο).

 

ΣΕΛΗΝΗ:
Το φως που χύνω το χλωμό,
μου φαίνεται πως είναι αρκετό
το Κάλπικο του κόσμου σας να δείξει.
Μες τα ξενύχτια οργιάζουν στριμωγμένα
οι ανομίες και τα ένστικτα τα απωθημένα.
Σαν ευυπόληπτοι πολίτες
όσοι τη μέρα τριγυρνάνε,
τη Νύχτα όλοι τις μάσκες τους πετάνε.
Ως και την Άρτεμη, τη θεϊκή αδελφή μου,
ανίερα χτυπάνε, τα ζώα με ανανδρία κυνηγάνε.
Μου κάνανε τη Νύχτα Αδιέξοδο!

(Με τη φράση «αδιέξοδο», βγαίνει από τους «γιους του Βράχου» ο νεαρός άντρας με τον κοντό γαλάζιο χιτώνα και το μικρό ξίφος στη ζώνη, ο Θησέας).

 

ΘΗΣΕΑΣ:
Βλέπω την πόλη της Αθήνας
στο πένθος να ‘ναι βυθισμένη.
Με τους νέους χαμένους
σε κάποιο Μινώταυρο θυσία,
στης πόλης το λαβύρινθο
διέξοδος καμία.
Ποια Αριάδνη θα με βοηθήσει,
του νήματος την άκρη να κρατήσει;

(Κοιτάζει προς τα κορίτσια, απάντηση καμία).

Και ποιος θα κόψει ή θα τεντώσει
τον Προκρούστη στο ίδιο το κρεβάτι του;
Αυτόν που τους πολίτες έτσι βασανίζει,
στα μέτρα τα δικά του σαν δεν είναι;

(κοιτάζει προς τα αγόρια, απάντηση καμία).

Εγώ, ο ιδρυτής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας,
από το αξίωμα του κυβερνήτη παραιτούμαι
και τον λαό σε Αυτό-κυβέρνηση καλώ.

(παύση, στέκεται λίγο σκεφτικός).

Μα, για να μπορέσει ο λαός να αυτοκυβερνηθεί,
θα πρέπει πρώτα η Πολιτική να ‘χει θεραπευτεί!
Ένας θεός χρειάζεται: Το φως του να θωπεύσει,
τη λύρα του να παίξει και να μας θεραπεύσει!

(Εμφανίζεται ο Απόλλωνας κρατώντας τη λύρα του μέσα από συρματοπλέγματα που τον τυλίγουν και έχοντας σκεπασμένο το κεφάλι του με πλαστική σακούλα σκουπιδιών. Τον ακολουθούν τρεις νέες γυναίκες, η μία με πράσινο, η άλλη με μωβ και η τρίτη με κόκκινο χιτώνα. Αυτή με τα πράσινα κρατάει μια μάσκα κωμωδίας, κι αυτή με τα μωβ μια μάσκα τραγωδίας).

ΠΑΝΑΣ:
Ποιος να ‘ναι αυτός ο συρματοπλεγμένος
που έρχεται κουκουλωμένος;
Μάλλον θα είναι ο Απόλλων ο χαμένος!
Να και οι τρεις Μούσες από τις δικές του,
η Θάλεια, της βλάστησης και της ανθοφορίας,
η Μελπομένη, της θλίψης και της Τραγωδίας,
και η Πολύμνια, της Μνήμης και της Αληθείας!

ΘΑΛΕΙΑ:
Εδώ, που κάποτε ο ουρανός
ήταν διάφανη εικόνα των θεών,
τώρα το Νέφος μας βαραίνει.
Κι εκεί, που κάποτε η θάλασσα
ήτανε πλάση που ξεχείλιζε από ζωή,
τώρα τα ψάρια μοιάζουνε Φύση Νεκρή.
Και πάνω στο κορμί της γης,
ούτε μια τόση δα βροχή,
παντού η βλάστηση ξερή.

ΜΕΛΠΟΜΕΝΗ:
Βραδιάζει, και οι κεραίες στις ταράτσες
στέκονται προσοχή.
Τότε οι σάλπιγγες ηχούνε της ηττημένης πόλης
και τις κουρτίνες στα παράθυρα
οι άνθρωποι τραβούν να κλείσουν.
Οι λύκοι της στέπας,
στη σύριγγα της πόλης στριμωγμένοι!
Ω Πάνα, παίξε τη Σύριγγά σου,
πένθιμους ήχους μουσικούς να βγάλει,
για τη ζωή των νέων μας
που με άλλη σύριγγα πονάει.

 

ΠΟΛΥΜΝΙΑ:
Οι γενιές των ανθρώπων
ξεχνάνε πάντα το ίδιο εύκολα.
Πότε ήτανε που το Κράτος και η Βία
οι αδυσώπητοι του Δία λειτουργοί,
καρφώσανε τον Προμηθέα
πάνω στου Βράχου την κορφή;

(Στη φράση «Κράτος και Βία» βγαίνει από τους θεατές ένας άντρας με φουστανέλα και πιστόλα, με μαντήλι στο κεφάλι σαν σαρίκι).

ΠΑΝΑΣ:
Ποιος να ‘ναι αυτός που ταραγμένος
από το πλήθος πήδηξε
σαν άκουσε για Κράτος και για Βία;
Ο Μακρυγιάννης φαίνεται,
Αυτός, που στους κατοπινούς καιρούς
την ξένη πάλεψε και ντόπια Απολυταρχία.
Τι γυρεύεις εδώ Στρατηγέ,
που και Πατριδοφύλακα σε λένε;

ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ:
Μακριά… Από τους καιρούς μου
άκουσα την Αθήνα να πονεί.
Η Αθήνα και η Χώρα πάντα πόναγαν
από την Δημόσια υποκρισία
και των πολιτών τη διαβολή.
Τα δικαιώματα, το Σύνταγμα,
σ’ ένα γκρεμό κυλάνε κάθε μέρα,
μοναδική ελπίδα η Παναγιά,
των ουρανών μητέρα.

(Με τις τελευταίες φράσεις, οι τρεις «Κόρες του Βράχου» (οι γυναίκες με τα ροζ), κάνουν ένα βήμα μπρος και απαγγέλλουν ομαδικά):

ΤΡΕΙΣ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ:
Όπως πεθαίνουν οι θεοί,
έτσι ξαναγεννιούνται.
Η θεότητα, σαν την Ενέργεια είναι:
Η ουσία της δεν αλλοιούται,
ακόμη κι αν με τις γενιές
να αλλάζει η μορφή θα δούμε.
Τη Δήμητρα, της γης αιώνια μητέρα,
να έρθει εδώ καλούμε.

(Εμφανίζεται η Δήμητρα, με χιτώνα στο χρώμα του σταχυού πάνω σε ένα φορείο, που μεταφέρουν οι δύο που κρατούσαν τη Σελήνη, ο BATMAN και το τέρας).

 

 

ΠΑΝΑΣ:
Ποια να ‘ναι αυτή που φέρνουνε
έτσι σακατεμένη;
Η Δήμητρα θα είναι,
από τα χημικά λιπάσματα
και τη ραδιενέργεια
δηλητηριασμένη.

 

ΔΗΜΗΤΡΑ:
Το θείο δώρο μου κι αν έδειξα στον κόσμο,
την καλλιέργεια της γης με κάθε σπόρο,
πάνω στη γη τίποτα δε βλασταίνει. (*)
Του κάκου με καλέσατε εμένα,
σκύψτε κι αφουγκραστείτε
το βογκητό της Γαίας.

(*) ΠΑΝΑΣ:
Ούτε μια φούντα χόρτο
δεν αφήνουνε να μεγαλώσει!

(Οι Κόρες του Βράχου κάνουν ένα βήμα μπρος και απαγγέλλουν):

ΤΡΕΙΣ ΚΟΡΕΣ ΤΟΥ ΒΡΑΧΟΥ:
Ω Γαία, σεβαστή θεά,
το «πρώτο των στοιχείων»!
Όσα βαδίζουνε πάνω στη γη,
κι όσα ζούνε στη θάλασσα,
κι όσα πετούνε,
ΟΛΑ Εσύ γεννάς και τρέφεις!
Μητέρα και γυναίκα του Ουρανού,
έλα να μας μιλήσεις!

(Εμφανίζεται μια γυναίκα με κεραμιδί χιτώνα, γιγαντόσωμη ή έγκυος)

ΓΑΙΑ:
Μονάχη μου εγώ να σας σώσω δεν μπορώ,
αν τη σοφία εσείς δεν έχετε για οδηγό.
Ω Αθηνά, η πιο σοφή από τις θεές,
άραγε πρέπει κι εγώ να χαθώ,
και το βασίλειο του Ποσειδώνα
και κάθε τι που έχει ζωή;
Κοίτα! Ο Άτλαντας με δυσκολία
τον ουράνιο θόλο κρατά!
Μην τάχα πρόκειται όλα
να ξαναγυρίσουνε στο Χάος το πρωταρχικό;
Ω Αθηνά, γλίτωσε
ό,τι μας έχει μείνει ζωντανό!

(Παρουσιάζεται η θεά Αθηνά, με λευκό χιτώνα, ασπίδα, δόρυ, περικεφαλαία, και συνοδευόμενη από τέσσερα παιδάκια με χιτώνες σε χρώμα γαλάζιο, ροζ, πράσινο και κίτρινο).

 

 

ΑΘΗΝΑ:
Από του Δία το κεφάλι γεννημένη,
έμαθα πως «το κάθε τι κάπου πηγαίνει»,
αλλιώς μοιραία θα χαθεί.
Τυφλή ανάπτυξη και συγκεντρωτική,
στο άρμα του Γιγαντισμού δεμένη,
σε Αδιέξοδο την πόλη παρασέρνει.
Μονάχα τα μικρά μεγέθη (δείχνει τα παιδάκια)
τις πολιτείες μας θα σώσουν
και την κυκλοφορία τους
μπορούν να ελευθερώσουν.

(Τα παιδάκια αρχίζουν να τρέχουν και το καθένα με τη σειρά του λέει):

ΠΑΙΔΙΑ:
- Το μικρό είναι όμορφο

- Και δεν είναι σκληρό.

- Και μπορεί να ονειρεύεται.

- Και ‘σεις πολίτες Αθηναίοι,
τι στέκεστε έτσι βουβοί
σα να ‘στε πεθαμένοι;
Μαζί μας να ‘ρθετε κι εσείς,
το Φως να ξαναλάμψει,
τη δύναμή του ο φόβος σας
παντοτινά να χάσει!

(Μόλις ακούγονται τα τελευταία λόγια του παιδιού, τέσσερις ή πέντε από τους θεατές, έρχονται στη σκηνή και ενώνουν τα χέρια τους δίνοντας όρκο):

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ:
Όλοι εμείς οι Αθηναίοι πολίτες,
ορκιζόμαστε να προστατέψουμε την πόλη και τη χώρα
από τα τέρατα της Αράχνης, του Προκρούστη, του Κράτους και της Βίας.
Αυτά μας επιβάλλουν την Περιβαλλοντική καταστροφή
και την Κοινωνική Καταστολή.

ΠΑΝΑΣ:
Μα, εξουσία θα σας δώσουν κι αξιώματα πολλά,
με Τιμές θα σας γελάσουν, θα σας πάρουν τα μυαλά.

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ:
Δεν θα ανταλλάξουμε αυτό που Είμαστε
για εκείνο που Έχουν.

ΠΑΝΑΣ:
Και πως το καταφέρνετε αυτό;

ΑΘΗΝΑΙΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ:
Μιλάμε με Τόλμη
Δρούμε με Τέχνη
Ζητάμε την Τιμή.

 

ΠΑΝΑΣ:
Κι έτσι ο Απόλλων θα φανεί!
Δεν θα ‘ναι τυφλωμένος,
χωρίς συρματοπλέγματα,
θα ‘ναι λευτερωμένος!

(Εμφανίζεται ο Απόλλων, χωρίς συρματοπλέγματα και κουκούλα, με χρυσό πρόσωπο και κρατώντας τη λύρα του).

ΑΠΟΛΛΩΝ:
Τότε τη λύρα μου θα παίξω
και το Φως μου θ’ απλωθεί.
Όποιος ανοιχτά τα μάτια έχει,
την Αλήθεια αυτός θα δει!

(Ο Πάνας απλώνει τα χέρια του κι αγγίζεται με τους κοντινούς του ηθοποιούς, που κι αυτοί με τη σειρά τους αγγίζονται με τους άλλους και τέλος με τους ακριανούς θεατές, και λέει):

ΠΑΝΑΣ:
Ελάτε όλος ο χορός, Όλοι συνδεδεμένοι
με κάθε τι το ζωντανό…

ΟΛΟΙ:
Για Γη Αναστημένη!!!

 

- ΤΕΛΟΣ -

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«ΤΟ ΜΙΚΡΟΝ ΕΣΤΙ ΩΡΑΙΟΝ» - ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

ΠΑΝΑΣ: Το κυρίαρχο πρόσωπο του έργου. Το πνεύμα της φύσης (ολιστικό πνεύμα), που είναι ΠΑΝΤΟΥ και υποδηλώνει την οικολογική πρόταση: «Σκέψου Συνολικά, Δράσε Τοπικά», όταν λέει: «Η σκέψη μου τρέχει σε όλους τους τόπους μα η δράση μου κάθε φορά σ’ έναν μονάχα». Το Παντού συνοδεύεται και από το ΠΑΝΤΑ: «Είμαι δημότης της πόλης σας πριν ακόμη φτιαχτεί». Εύθυμο, δυναμικό και συνδετικό στοιχείο, κατευθύνει το κάθε τι με στόχο την Ανάσταση της πεθαμένης φύσης.

ΣΟΛΩΝΑΣ: Το πρώτο πρόσωπο που εμφανίζεται από τους «γιους» του Βράχου (της Ακρόπολης). Είναι νομοθέτης, αυτός που θεσμοποιεί τους Φυσικούς νόμους – τις «Ώρες της Φύσης» – σε κοινωνικό επίπεδο σαν Ειρήνη, Ευνομία και Δικαιοσύνη. Είναι ο πιο αρμόδιος να καυτηριάσει τις διακρίσεις και την ανισότητα της σημερινής δικαιοσύνης που «τις μικρές τις μύγες συλλαμβάνει κι αφήνει να ξεφύγουν οι κανθάροι». Η αναφορά του γίνεται για να τονιστεί η έννοια του Φυσικού Δικαίου.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ: Η ανισότητα και οι διακρίσεις πηγαίνουν παράλληλα με το χάσιμο της ανθρωπιάς – «ανθρώπους ψάχνω με φανάρι» – χάσιμο συνδεδεμένο με τον σύγχρονο πλαστικό και ψυχρό πολιτισμό, που είναι σε πλήρη αντίθεση με την απλότητα του φιλόσοφου Διογένη.

ΣΕΛΗΝΗ: Στιγματίζει την υποκρισία και τις μάσκες που δημιουργεί το σκοτάδι, το κρύψιμο, το παράνομο κάποιων πραγμάτων συνδεδεμένων με τη βία. Το κυνήγι αναφέρεται σαν χαρακτηριστική περίπτωση βίας απέναντι σε αδύναμους.

ΘΗΣΕΑΣ: Κλειδί η λέξη «αδιέξοδο» - η έλλειψη ιδανικών που κάνει τη νεολαία θυσία στο Μινώταυρο των λαβύρινθων της πόλης. Ο Προκρούστης – βασικός ήρωας του μυθολογικού συμβολισμού του Θησέα – εμφανίζεται να είναι το πνεύμα της καταστολής του διαφορετικού, που τεντώνει ή κόβει του πολίτες για να τους προσαρμόσει σε κάποια μέτρα. Ο ιδρυτής της Αθηναϊκής Δημοκρατίας κάνει έκκληση για Αυτοοργάνωση των πολιτών, που σαν προϋπόθεση έχει τη διάλυση του ζόφου της σημερινής πολιτικής. Όμως το Φως και η αρμονία, που συμβολίζει ο Απόλλων, είναι σκεπασμένα και συρματοπλεγμένα. κι αυτό αντανακλάται (στις Μούσες) σαν περιβαλλοντική καταστροφή, με το νέφος, τη μόλυνση, την ξηρασία, σαν προσωπική αυτοκαταστροφή με την Ηρωίνη, που προκαλεί η αποξένωση στις πόλεις, και σαν κοινωνική και πολιτική καταστροφή, με την παραβίαση των ατομικών δικαιωμάτων από το απολυταρχικό μοντέλο του κράτους.
Η αναφορά στο Κράτος και τη Βία, δίνει μια πρώτη διαχρονικότητα στο έργο, καθώς εμφανίζει τον ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ, που ταυτόχρονα είναι και το κομβικό σημείο για τη στροφή των αιτήσεων βοήθειας, από τους αρσενικούς θεούς στις θηλυκές θεότητες. Η Παναγία των Οραμάτων του Μακρυγιάννη, γίνεται η ΔΗΜΗΤΡΑ, η ΓΑΙΑ, η Παρθένος ΑΘΗΝΑ των αρχαίων, γιατί καθώς οι Κόρες λένε: «Η ουσία της θεότητας δεν αλλοιούται, ακόμη κι αν με τις γενιές ν’ αλλάζει η μορφή θα δούμε».
Η θηλυκή σοφία (η θεά ΑΘΗΝΑ) δείχνει και τη λύση του αδιεξόδου, που βρίσκεται στην αρμονία των μεγεθών και την ελεύθερη ροή των όντων: «Από του Δία το κεφάλι γεννημένη, έμαθα πως το κάθε τι κάπου πηγαίνει, αλλιώς μοιραία θα χαθεί». Τα μικρά μεγέθη αποκαθιστούν όχι μόνο την κυκλοφορία, την ανθρώπινη επικοινωνία και την ομορφιά, αλλά ακόμη και την άμεση Δημοκρατία – όπως στην αρχαία Αθήνα –. Νεαρές ανθρώπινες ψυχές έχουν όλη τη δυνατότητα με το πάθος και το όνειρο που τις διακρίνει, να κρατήσουν ζωντανό τον αγώνα για την αποκάλυψη του Φωτός και της αρμονίας που χρειάζεται ο πλανήτης σήμερα.
Γι’ αυτό και φίλοι μας καλοί
Πολίτες Αθηναίοι
Και σεις Πολίτισσες μαζί
ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΝΕΟΙ!
Ομάδες Αυτοβοήθειας Ε.Σ.Ε.Α.Ν.